Το χρόνιο πυελικό άλγος αποτελεί μια πολύπλοκη και πολυσύνθετη οντότητα. Μέχρι σήμερα, χρησιμοποιούνταν ορισμοί όπως η προστατοδυνία ή η χρόνια μη βακτηριακή προστατίτιδα για να περιγράψουν τη νοσολογική οντότητα που χαρακτηρίζεται από άλλοτε άλλου βαθμού άλγος, χωρίς αποδεδειγμένη λοίμωξη ή άλλη εμφανή παθολογία ικανή να εξηγήσει τον πόνο.
Το σύνδρομο χρόνιου πυελικού άλγους αποτελεί υποκατηγορία του χρόνιου πυελικού άλγους, που αποτελεί το χρόνιο ή επιμένοντα πόνο που εντοπίζεται στις δομές της ανδρικής ή γυναικείας πυέλου.
Σύμφωνα με τον ορισμό, ο πόνος θα πρέπει να επιμένει ως συνεχής ή υποτροπιάζων για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών. Το σύνδρομο του χρόνιου πυελικού άλγους συχνά σχετίζεται με αρνητικές γνωσιακές, συμπεριφορικές, σεξουαλικές ή συναισθηματικές επιπτώσεις ενώ παράλληλα μπορεί να εκδηλώνεται με δυσλειτουργία του κατωτέρου ουροποιητικού, του γαστρεντερικού, του γεννητικού συστήματος ή σεξουαλική δυσλειτουργία.
Το σύνδρομο χρόνιου πυελικού πόνου είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει διάφορες καταστάσεις όπου ένας συνεχιζόμενος πόνος βιώνεται γύρω από τη λεκάνη χωρίς αναγνωρίσιμη αιτία. Το σύνδρομο χρόνιου πυελικού πόνου επηρεάζει περίπου το 15% των γυναικών άνω των 25 ετών, αλλά μπορεί επίσης να επηρεάσει τους άνδρες.
Η εμπειρία του πόνου διαφέρει από άτομο σε άτομο. Ο πόνος μπορεί να είναι ήπιος ή έντονος, βύθιος ή οξύς, συνεχής ή διακοπτόμενος. Μπορεί να υπάρχουν και άλλα συμπτώματα όπως:
Σύμφωνα με τον ορισμό, η διάγνωση γίνεται δια του αποκλεισμού καταστάσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε αντίστοιχη συμπτωματολογία. Η διάγνωση απαιτεί σημαντική εμπειρία από τον κλινικό Ουρολόγο-Ανδρολόγο, μια και η υπέρμετρη χρήση διαγνωστικών τεχνικών και μεθόδων μπορεί να επιδεινώσει την ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Τα αίτια που προκαλούν την κλινική αυτή οντότητα δεν είναι απολύτως ξεκαθαρισμένα. Αντίστοιχα, η συμπτωματολογία ποικίλει σε μεγάλο βαθμό από ασθενή σε ασθενή.
Συχνά, η πάθηση εμφανίζει εξάρσεις και υφέσεις ενώ τα αίτια τα οποία μπορεί να την πυροδοτήσουν είναι διαφορετικά στον καθένα. Ο κλινικός γιατρός καλείται να αναγνωρίσει την κλινική οντότητα αποκλείοντας καταστάσεις όπως η χρόνια βακτηριακή προστατίτιδα, να ποσοτικοποιήσει τη συμπτωματολογία, να αναγνωρίσει τα εκλυτικά αίτια και να οργανώσει μια εξατομικευμένη στρατηγική αντιμετώπισης βασισμένη σε ρεαλιστικά και βιώσιμα μέτρα.
Εξαιτίας της πολυπλοκότητας της πάθησης, ουσιαστικά δεν υπάρχει μια δοκιμασμένη συνταγή η οποία και να δίνει σταθερά καλά αποτελέσματα σε κάθε ασθενή. Συχνά μάλιστα μαζί με τις προτεινόμενες αγωγές, επιβάλλεται η αλλαγή των συνηθειών του ασθενούς και του τρόπου ζωής προς την κατεύθυνση του ελέγχου των εκλυτικών αιτίων αλλά και του περιορισμού της δυσφορίας που η πάθηση μπορεί να προκαλεί. Μέχρι σήμερα, πολλά σκευάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί, τόσο της κατηγορίας των αντιβιοτικών και των αντιφλεγμονωδών, όσο και των φαρμάκων για την αντιμετώπιση της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη.
Επιπλέον, η φυτοθεραπεία, με τη χρήση κατάλληλων σκευασμάτων έχει δώσει ενθαρρυντικά αποτελέσματα, τόσο ως μονοθεραπεία, όσο και σε συνδυασμό με άλλες εναλλακτικές. Αντίστοιχα, φάρμακα για την αντιμετώπιση της στυτικής δυσλειτουργίας, μυοχαλαρωτικά και νευροληπτικά, έχουν δοκιμαστεί με καλά αποτελέσματα. Οι ασκήσεις του πυελικού εδάφους, ακόμη και σε συνεργασία με εξειδικευμένουε φυσικοθεραπευτές και η αντιμετώπιση συμπτωμάτων από την ψυχική σφαίρα, καθώς και χειρουργικές τεχνικές, ολοκληρώνουν τη θεραπευτική φαρέτρα.
© Androhealth 2023 | All Rights Reserved